Αυξάνεται η Συχνότητα Μηδενικής Συνεισφοράς του Λιγνίτη στο Εγχώριο Ηλεκτρικό Φορτίο

0

Σύμπτωση επαναλαμβανόμενη παύει να είναι σύμπτωση! Για δεύτερη φορά σε χρονικό διάστημα ενός μήνα καταγράφεται μια εντυπωσιακή, για τα ελληνικά ενεργειακά δεδομένα, εξέλιξη. Μετά την για πρώτη φορά στα χρονικά, μηδενική συνεισφορά του λιγνίτη στην προ ημερησία αγορά ηλεκτρισμού, το επταήμερο 4/5-10/5, η χώρα έκανε ακόμη ένα βήμα προς την απολιγνιτοποίηση, 

καθώς στις 8 Ιουνίου, το ηλεκτρικό φορτίο καλύφθηκε δίχως να απαιτηθεί η λειτουργία κάποιας λιγνιτικής μονάδας για πρώτη φορά από το 1950 (διαβάστε σχετικό άρθρο του Κωστή Σταμπολή στο energia.gr στις 15 Μαΐου εδώ).

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, η ζήτηση τη συγκεκριμένη ημέρα, που ανήλθε στις 95.728 μεγαβατώρες, καλύφθηκε κατά 57,65% από μονάδες φυσικού αερίου, κατά 14,23% από τα υδροηλεκτρικά, κατά 4,92% από ΑΠΕ και κατά 23,21% από τις εισαγωγές ρεύματος.

Θυμίζουμε ότι 19 ημέρες νωρίτερα, (20/5) έσβησαν τα λιγνιτικά εργοστάσια της Δυτ. Μακεδονίας, και στο ημερήσιο φορτίο συμμετείχε μόνο η μονάδα της Μεγαλόπολης, που κάλυψε το 5,21% της ζήτησης, με το υπόλοιπο να καλύπτεται κατά 51,2 % από τις μονάδες φυσικού αερίου, κατά 8,07% από τα υδροηλεκτρικά, κατά 12,37 % και κατά 23,14% από εισαγωγές.

Το ΥΠΕΝ χαιρέτησε το γεγονός, με τον Κωστή Χατζηδάκη να αναφέρει σε δήλωσή του πως το γεγονός αποτελεί «πρόγευση του πράσινου ενεργειακού μείγματος στο οποίο αποσκοπεί η πολιτική τής κυβέρνησης, συνδυάζοντας την απόσυρση των λιγνιτικών μονάδων με τα κίνητρα για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.»

Ασφαλώς, στις εξελίξεις που καταγράφηκαν, συνέβαλαν, εκτός από το γεγονός ότι οι λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ θεωρούνται μη ανταγωνιστικές, λόγου κόστους εκπομπών CO2, και επομένως, αποσύρονται, το χαμηλό φορτίο λόγω περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας καθώς και οι καιρικές συνθήκες. Είναι δε χαρακτηριστικό και ενδεικτικό του σχεδιασμού για το ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, το γεγονός ότι η απόσυρση των λιγνιτικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, συνέβη, παρά τη χαμηλή συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών την εν λόγω χρονική περίοδο.

Επίσης, σύμφωνα με την τακτική ανάλυση του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ), η εβδομαδιαία ζήτηση το επταήμερο που έληξε στις 15 Μαΐου, ενισχύθηκε κατά 50 γιγαβατώρες (GWh), με ποσοστιαία άνοδο 7%, για να ανέλθει στις 820 GWh, αν και εξακολούθησε να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, σε σύγκριση με την αντίστοιχη εβδομάδα και μήνα το 2019, όταν είχε διαμορφωθεί σε επίπεδα υψηλότερα της 1 τεραβατώρας (TWh).

Όπως επισημαίνει ο υπεύθυνος μελετών του Ινστιτούτου, η μετριοπαθής ηλεκτροπαραγωγή των μονάδων ΑΠΕ, που κυμάνθηκε στις 220 GWh, συνέβαλε με τη σειρά της, στην αύξηση της μέσης ΟΤΣ, αν και η πίεση προήλθε, κυρίως, από την αύξηση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας στις αγορές της Ιταλίας (+21%) και της Βουλγαρίας (+28%).

Πιο αναλυτικά, το εβδομαδιαίο μείγμα καυσίμου της Ελλάδας διαμορφώθηκε, κυρίως από φυσικό αέριο, σε ποσοστό 37%, από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας κατά 27%, από καθαρές εισαγωγές ρεύματος, σε ποσοστό 22%, από τα μεγάλα υδροηλεκτρικά, κατά 8% και  τέλος από λιγνίτη, σε ποσοστό 6%.

Σε σύγκριση με την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα παρατηρήθηκε αύξηση στο μερίδιο του φυσικού αερίου κατά 4%, μείωση στα μερίδια των ΑΠΕ και των καθαρών εισαγωγών, κατά 3% και 1% αντίστοιχα, ενώ τα μερίδια των μεγάλων υδροηλεκτρικών και του λιγνίτη παρέμειναν αμετάβλητα.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η παραγωγή ενέργειας από φυσικό αέριο και ΑΠΕ ανήλθε σε 307.340 MWh και 219.998 MWh αντίστοιχα την περασμένη εβδομάδα, ενώ η παραγωγή ενέργειας από τα νερά έφτασε τις 64.576 MWh. Στο κάτωθι διάγραμμα απεικονίζεται η εβδομαδιαία μέση ωριαία διακύμανση του μείγματος καυσίμου στην Ελλάδα.

Πιο συγκεκριμένα, οι μονάδες 1 και 2 του σταθμού Αγίου Δημητρίου στη Κοζάνη, καθώς και η μονάδα 3 του σταθμού της Μεγαλόπολης, που ελέγχει η ΔΕΗ, ήταν οι μόνοι λιγνιτικοί σταθμοί που συνεισέφεραν στην ηλεκτροπαραγωγή, καθ’ όλη την προηγούμενη εβδομάδα. Επίσης, οι μονάδες συνδυασμένου κύκλου με καύσιμο φυσικό αέριο Αγίων Θεοδώρων Κορινθίας της Κόρινθος Power, Μεγαλόπολης 5 της ΔΕΗ, Αλιβερίου 5 επίσης της ΔΕΗ, Ήρων CC του ιδιώτη παραγωγού Ήρων, Θεσσαλονίκης, της Elpedison, καθώς και Θίσβης της ίδιας εταιρείας, συγκαταλέγονται μεταξύ των μονάδων φυσικού αερίου που συνεισέφεραν την μεγαλύτερη παραγωγή ενέργειας κατά το προηγούμενο επταήμερο.

Επιπτώσεις της πανδημίας στην εγχώρια αγορά ενέργειας

Η συνολική κατανάλωση ενέργειας στην Ελλάδα, για το 2020 προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά σχεδόν 11%, εξαιτίας των επιπτώσεων της πανδημίας του νέου κορονοϊού, αν και τα στελέχη της αγοράς συναινούν στην άποψη ότι θα υπάρξει αξιοσημείωτη ανάκαμψη κατά το επόμενο έτος.

Σε αντίθεση με το μερίδιο των μονάδων ορυκτών καυσίμων στην ηλεκτροπαραγωγή, που θα βαίνει μειούμενο, το αντίστοιχο των ΑΠΕ δεν αναμένεται να επηρεαστεί σημαντικά, λόγω της κρίσης, και η διείσδυσή τους στο σύστημα εξακολουθεί να καταγράφει άνοδο. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το μερίδιό τους στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στην χώρα δεν θα αυξηθεί σημαντικά, φέτος, λόγω του ότι «πάγωσε» η κατασκευή ορισμένων νέων έργων. Σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται από το νέο ΕΣΕΚ, οι ΑΠΕ θα αντιπροσωπεύουν ποσοστό υψηλότερο του 75% της συνολικής παραγόμενης ενέργειας  στα μέσα της δεκαετίας που διανύουμε.

Όσον αφορά στο πώς θα διαμορφωθεί το τοπίο στον κλάδο των καθαρών εισαγωγών ενέργειας, προβλέπεται μια τεράστια πτώση, σχεδόν 15%, για το 2020, η οποία οφείλεται στη συνολική κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης. Αυτή η πτώση θα ανακοπεί κατά το επόμενο έτος, όταν και οι εισαγωγές ενέργειας εκτιμάται ότι θα αυξηθούν 6% σε σύγκριση με φέτος. Υπό αυτό το πρίσμα, η συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, αναμένεται ότι θα προσεγγίσει στα προ- πανδημίας επίπεδά κατά τα τέλη του 2021.