Οι Ελληνικές Εξορυκτικές Εταιρείες σε Αναπτυξιακή Αντεπίθεση

0

Με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, η ελληνική εξορυκτική βιομηχανία μετρά τις δυνάμεις της και καταγράφει τις προοπτικές ανάπτυξής της στη διεθνή αγορά, στην οποία σημειώνονται ραγδαίες ανακατατάξεις, όπως έδειξε η πρόσφατη συμφωνία συγχώνευσης μεταξύ των ευρωπαϊκών κολοσσών χαλυβουργίας Thyssenkrupp και Tata Steel, στον απόηχο της επιβολής δασμών 25% από τις ΗΠΑ στις εισαγωγές χάλυβα.

Εν τω μεταξύ, υπό διαμόρφωση βρίσκονται επιμέρους σημαντικές αγορές, όπως ενέργεια, κατασκευές, συσκευασία, μεταποίηση, που καθορίζουν την προσφορά και τη ζήτηση για τα προϊόντα της εξορυκτικής βιομηχανίας. Στην Ελλάδα ο κλάδος εμφανίζει σημάδια συγκέντρωσης, καθώς το 2016 υπήρχαν 85 επιχειρήσεις, από 146 το 2014 και 156 το 2012. Το μεγαλύτερο ποσοστό επιχειρήσεων δραστηριοποιείται στα αδρανή υλικά (47%) και στα μάρμαρα (31%).

Η αξία πωλήσεων της εξορυκτικής βιομηχανίας διαμορφώθηκε σε 1,8 δισ. ευρώ το 2016, έναντι 2,5 δισ. ευρώ το 2009. Το 2016, επίσης, ο κλάδος εμφάνισε υποχώρηση της προστιθέμενης αξίας έπειτα από μια τριετία ανάκαμψης. Ωστόσο, η χώρα μας κατέχει το υψηλότερο μερίδιο εξαγωγών προϊόντων εξορυκτικής βιομηχανίας στο σύνολο των εξαγωγών το 2016 ανάμεσα στα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 8,2%, όταν ο μέσος όρος των χωρών της Ε.Ε. είναι στο 1,4%. Επίσης, το 2016 σημειώθηκε πολύ σημαντική άνοδος των επενδύσεων στην ελληνική εξορυκτική βιομηχανία έπειτα από μια διετία καθίζησης και τα στοιχεία δείχνουν επιθετική επενδυτική στρατηγική για τη διετία 20182019, ως προετοιμασία κατάκτησης καλύτερης θέσης στη διεθνή αγορά.

Αύξηση της ζήτησης

Σύμφωνα, λοιπόν, με τους αναλυτές του ΙΟΒΕ σε συνεργασία με τον Σύνδεσμο Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, προβλέπεται αύξηση της ζήτησης μεσοπρόθεσμα στα περισσότερα προϊόντα της εξορυκτικής βιομηχανίας (ορυχεία, μεταλλεία, λατομεία και αντίστοιχη καθετοποιημένη μεταποίηση).

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την εγχώρια και διεθνή οικονομική δραστηριότητα, τις τιμές που διαμορφώνονται στην εγχώρια αγορά, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις (π.χ. αλουμίνιο) τις εξελίξεις στα διεθνή χρηματιστήρια εμπορευμάτων μετά και την ανατροπή λόγω επιβολής δασμών, την εξέλιξη της παραγωγής σε στενά διασυνδεδεμένους κλάδους με την εξορυκτική βιομηχανία (π.χ. κατασκευές) και ρυθμιστικές παρεμβάσεις, όπως για παράδειγμα τους στόχους για τη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μίγμα της χώρας, αναμένεται αύξηση στα μεταλλικά ορυκτά, με ισχυρότερη άνοδο στο αλουμίνιο, σημαντική ενίσχυση μεσοπρόθεσμα στα μάρμαρα, μικρή άνοδο στα βιομηχανικά ορυκτά και μικρή αύξηση μέχρι το 2022 στα αδρανή.

Από την άλλη πλευρά, αναμένεται πτώση της παραγωγής λιγνίτη μέχρι το 2022. Ο αριθμός των επιχειρήσεων μειώνεται σταδιακά από το 2014, καθώς καταγράφεται τάση συγκέντρωσης του κλάδου.

Προοπτικές παραγωγής

Αναφορικά με τις προοπτικές παραγωγής και με δεδομένο ότι οι παράγοντες που επηρεάζουν την παραγωγή στον κλάδο είναι πολλοί και ευμετάβλητοι, οι αναλυτές εκτιμούν ότι συνολικά η παραγωγή της εξορυκτικής βιομηχανίας αναμένεται να επεκταθεί με ρυθμό 1,5% περίπου το 2018 και το 2019.

Αναλυτικά η εξόρυξη λιγνίτη αναμένεται να υποχωρήσει, κοντά στα 23 εκατ. τόνους μέχρι το 2022.

Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα βασίζεται στην υπόθεση περαιτέρω αύξησης των τιμών παραγωγού, στον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, λόγω δυσμενών εξελίξεων στην ευρωπαϊκή αγορά δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και ενδεχόμενης περαιτέρω επιδείνωσης των συνθηκών κόστους εξόρυξης.

Η πορεία της παραγωγής στα μεταλλικά προϊόντα (εξόρυξη μεταλλικών ορυκτών και κατασκευή αλουμινίου) αναμένεται ελαφρώς ανοδική τα επόμενα έτη, με μέση άνοδο περίπου 1,4%, πλησιάζοντας τα 7,3 εκατ. τόνους μέχρι το 2022.

Στον κλάδο αλουμινίου αναμένεται ισχυρότερη άνοδος, κατά μέσο όρο 3,4%, στα 2 εκατ. τόνους το 2022.

Το αποτέλεσμα αυτό προέρχεται κυρίως από τη συνεχή ανάπτυξη που αναμένεται στην Ε.Ε. την περίοδο 2018-2022, καθώς το αλουμίνιο αποτελεί εξαγώγιμο κυρίως προϊόν και εξαρτάται από την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας.

Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών αναμένεται οριακή άνοδος μέχρι το 2022, κυρίως λόγω ενίσχυσης της μεταποίησης.

Στην κατηγορία των μαρμάρων αναμένεται άνοδος, τροφοδοτούμενη από την ανάπτυξη στην ευρωπαϊκή οικονομία, ενώ το 2022 η παραγωγή αναμένεται να προσεγγίσει τα 2,8 εκατ. τόνους. Με την υπόθεση ότι η ελληνική και η ευρωπαϊκή οικονομία θα αναπτύσσονται με περίπου 2% μέχρι το 2022, αναμένεται ενίσχυση στον κατασκευαστικό τομέα και επομένως στα αδρανή και στο τσιμέντο.

Οι επενδύσεις

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΜΕ Αθανάσιο Κεφάλα, τα στοιχεία δείχνουν πως ο κλάδος μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις επενδύσεις, όμως η ταχύτητα υλοποίησής τους θα επηρεαστεί από τις οικονομικές, χρηματοδοτικές, διοικητικές και ρυθμιστικές συνθήκες που θα επικρατήσουν.

Στην κατηγορία των μεταλλικών προϊόντων, όπου περιλαμβάνεται το αλουμίνιο, ο βωξίτης, ο λευκόλιθος, η καυστική μαγνησία κ.ά., αναμένεται να υλοποιηθούν περίπου 127,9 εκατ. ευρώ επενδύσεις τη διετία 20182019 έναντι 89,2 εκατ. ευρώ περίπου την περίοδο 2016-2017.

Στην κατηγορία των βιομηχανικών ορυκτών σημειώνεται η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση, 62,7%, τη διετία 2018-2019, έναντι της περιόδου 2016-2017, και αφορά ορυκτά όπως μπεντονίτης, περλίτης, ανθρακικό ασβέστιο, ατταπουλγίτης, χουντίτης κ.ά.

Στα αδρανή προϊόντα, οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν κατά 8,6%, ενώ στα μάρμαρα οι επενδύσεις της διετίας 2018-2019 προγραμματίζονται να είναι ελαφρώς υψηλότερες σε σχέση με το 2017.

(Πηγή: «Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»)