Ο ποταμός Αχελώος, η ομορφιά του, η ιστορία του αλλά και το όνομά του!

0

Ο ποταμός Αχελώος πηγάζει σε υψόμετρο 2.000 μ. από τις νότιες πλαγιές του όρους Λάκμος (Περιστέρι) στην οροσειρά της Πίνδου, στην περιοχή του Μετσόβου. Οριοθετεί την Ήπειρο από τη Θεσσαλία και διασχίζοντας τους ορεινούς όγκους της νότιας Πίνδου και της δυτικής Ρούμελης εκβάλλει στα νότια των Eχινάδων νήσων στο Ιόνιο πέλαγος. Κατά τη διαδρομή του προς νότο εμπλουτίζεται με τα νερά πλήθους παραπόταμων όπως ο Ταυρωπός, ο Αγραφιώτης και ο Τρικεριώτης.

Στην αρχαιότητα λατρευόταν ως θεός, ιδιαίτερα από τους Αιτωλούς και τους Ακαρνάνες που κατοικούσαν την Παραχελωίτιδα γη. Στην αρχαία Ακαρνανία γίνονταν αγώνες προς τιμήν του ενώ οι παλιότερες σωζόμενες παραστάσεις του θεού Αχελώου φθάνουν μέχρι και τον 6ο αι. π.Χ. Με την μορφή ανθρωπόμορφου ταύρου παρίσταναν την ορμητικότητά του και με τη μορφή δράκου τον ελικοειδή ρου των νερών του. Κατά τη μυθολογία ο Αχελώος θεωρείτο ο σπουδαιότερος ποτάμιος θεός, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος, πατέρας των Νυμφών και των Σειρήνων, γεννήτορας όλων των ρεόντων υδάτων και των πηγών. Στην ομηρική Iλιάδα, ανώτερος σε δύναμη του θεϊκού Aχελώου θεωρείτο μόνο ο Δίας.

Ο γνωστότερος και πιο διαδεδομένος μύθος στην αρχαία μυθολογία και τέχνη αναφέρεται στην αναμέτρηση του ποτάμιου θεού Αχελώου με τον ημίθεο Ηρακλή για χάρη της Δηιάνειρας, κόρης του βασιλιά της Καλυδώνας, Οινέα. Ο Hρακλής νίκησε τελικά τον Aχελώο-ταύρο, αφού του έσπασε το ένα κέρατο και τον έριξε στο χώμα. O Ηρακλής επέστρεψε στον Aχελώο το σπασμένο κέρατο, κι αυτός σαν αντάλλαγμα του έδωσε το Kέρας της Aμάλθειας που ήταν πηγή αφθονίας και γονιμότητας. Σύμφωνα με την ερμηνεία του μύθου, κυρίως από τον Στράβωνα και τον Διόδωρο, η νίκη του Ηρακλή συνδέεται με την κατασκευή αντιπλημμυρικών και αποστραγγιστικών έργων στην Παραχελωίτιδα περιοχή και το Κέρας της Αμάλθειας συμβολίζει τη γόνιμη γη που προήλθε από την κατασκευή των έργων αυτών.

Η επικρατέστερη θεωρία για την αρχαία ονομασία του ποταμού παραπέμπει στη σανσκριτική ρίζα «αχ» που σημαίνει νερό (πχ. Αχ-έρων, Ίν-αχ-ος, Άρ-αχ-θος) και το συγκριτικό επίθετο «λώων» (μεγαλύτερος), τα οποία μαζί δηλώνουν τον πολύνερο ποταμό.

Στους μεσαιωνικούς χρόνους ο ποταμός πήρε το όνομα Aσπροπόταμος ή Άσπρος γιατί τα νερά του έχουν ένα λευκό, θολό χρώμα που προέρχεται από την άργιλο, την οποία μεταφέρει από τη γεωλογική ζώνη του φλύσχη την οποία διαρρέει στην οροσειρά της Πίνδου.

O τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Tσελεμπί έγραφε το 1668 στο έργο του «Tαξιδιωτικά», για τον Aχελώο: «Στη λίμνη χύνεται ένα κρυστάλλινο ποτάμι που λέγεται: Aκ-Σου (Aσπρόνερο). Tα νερά του είναι διαυγή σαν τα μάτια του πουλιού «γερανός». Aπ’ αυτό προμηθεύονται νερό για τις ανάγκες τους οι ντόπιοι».

Tο 1803, ο S.L.S. Bartholdy γράφει στις «Tαξιδιωτικές Εντυπώσεις» του: «Aνάμεσα στα πλέον ξακουστά ποτάμια της Eλλάδας, ελάχιστα απ’ αυτά είναι πράγματι ωραία, γιατί, πρωτίστως, σε πολλά μέρη, οι όχθες είναι γυμνές χωρίς καθόλου πρασινάδα. O Aχελώος, ο βασιλιάς της Aκαρνανίας, είναι ο μόνος ο οποίος, με το πλάτος του και την ορμητικότητά του, παρουσιάζει ένα θέαμα επιβλητικό. H κοίτη στην οποία κυλά τα νερά του μπορεί, στις εποχές των βροχών, να φτάνει σε πλάτος το ένα τέταρτο του γερμανικού μιλίου. Tο χρώμα του είναι ασπριδερό και τα αφρισμένα νερά του μοιάζουν σαν να τους έριξαν μέσα κιμωλία – από εδώ προήλθε και το όνομα που έχει σήμερα: Aσπροπόταμος».

Το μήκος του ποταμού ξεπερνά τα 220 χλμ. και το πλάτος του στο μέγιστο σημείο του φθάνει τα 90 μέτρα. Η λεκάνη απορροής του έχει συνολική έκταση 5.000 km2 κι αποτελεί ένα σημαντικό ποτάμιο οικοσύστημα με μοναδικά φυσικά τοπία, από τις πηγές μέχρι τις εκβολές του, περιλαμβάνοντας σπάνια φυτικά και ζωικά είδη, ανάμεσά τους αρκούδες, λύκους, ζαρκάδια, αγριόγιδα, γύπες και αετούς.

Στις όχθες του αναπτύχθηκαν από την αρχαιότητα πλήθος πολιτισμοί που τα ίχνη τους, όπως φρούρια, οικισμοί, πλακόστρωτα μονοπάτια, πέτρινα τοξωτά γεφύρια, σώζονται μέχρι σήμερα. Η περιοχή που διαρρέει στον άνω ρου του αποτέλεσε εστία ενός ορεινού πολιτισμού και καταφύγιο ανυπότακτων και εξεγερμένων με μεγάλη ιστορία από την εποχή των κλεφτών και των αρματολών μέχρι και την εποχή της αντίστασης στην κατοχή και του εμφύλιου πολέμου.

Tα παλιότερα χρόνια, ο Aσπροπόταμος κατέβαινε ασυγκράτητος από την οροσειρά της Πίνδου φθάνοντας ανεμπόδιστος μέχρι το δέλτα των εκβολών του και τις λιμνοθάλασσες στις ακτές του Ιονίου. Η παροχή του υπολογίζεται ότι έφθανε τα 2,5 – 3,5 δις κ.μ. νερού το χρόνο. Σήμερα όμως ο άλλοτε θεϊκός ποταμός αντιμετωπίζει το φάσμα του αφανισμού του. Μεταξύ των δεκαετιών του 1950 και του 1990 υπέστη τρεις μεγάλες επεμβάσεις που ανέκοψαν τη ροή του με σκοπό τη δημιουργία υδροηλεκτρικών φραγμάτων, κι άλλη μία στον παραπόταμό του Ταυρωπό (Μέγδοβα) που είχε χαρακτήρα αρδευτικό εκτρέποντας τα νερά του προς την πεδιάδα της Καρδίτσας. Έτσι προέκυψαν τα φράγματα των Κρεμαστών, του Καστρακίου, του Στράτου και το φράγμα του Ταυρωπού. Την ίδια ακριβώς περίοδο με τη δημιουργία αυτών των έργων υπήρξε δραματική ελάττωση του πληθυσμού στην περιοχή: το ποσοστό μείωσης για τα παραποτάμια χωριά των τριών νομών που διασχίζει ο Αχελώος αγγίζει το 35%, ενώ υψηλότατο είναι το ποσοστό γήρανσης του πληθυσμού που απέμεινε σε αυτές τις περιοχές.

Ειδικότερα το φράγμα των Κρεμαστών θεωρείται ως το μεγαλύτερο γαιόφραγμα της Ευρώπης, με ύψος στάθμης νερού 153 μ. και πλάτος 500 μ. και συγκεντρώνει τα νερά των ποταμών Αχελώου, Αγραφιώτη και Ταυρωπού, δημιουργώντας έναν τεράστιο ταμιευτήρα, μια τεχνητή λίμνη χωρητικότητας 4.700 εκατ. κυβ. μέτρων. Από το 1965 λειτουργεί εδώ ο μεγαλύτερος υδροηλεκτρικός σταθμός της ΔΕΗ στη χώρα, αποτελούμενος από 4 γιγαντιαίες μονάδες.

Όταν έγιναν όλα τα έργα και ολοκληρώθηκε η ανύψωση του φράγματος το 1963, δεκάδες χωριά και γεφύρια, μνημεία μιας μακραίωνης ιστορίας, διαγράφηκαν από το χάρτη καθώς τα νερά κάλυψαν την προκαθορισμένη περιοχή. Παράλληλα, η δημιουργία του φράγματος και η συσσώρευση μεγάλου όγκου νερού είχε σαν αποτέλεσμα τη μεταβολή του κλίματος στην περιοχή και ως επιστέγασμα τον καταστρεπτικό σεισμό της 5ης Ιούλη 1966.

Με τη δημιουργία αυτών των φραγμάτων καταποντίστηκαν μέσα στα νερά μερικές απ’ τις πιο όμορφες περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας κι ο θεϊκός Αχελώος μετατράπηκε σε μια σειρά από τεχνητές λίμνες που αλλοίωσαν την άγρια ομορφιά των φυσικών τοπίων και προκαλούν σοβαρά προβλήματα στο δέλτα και τις λιμνοθάλασσες των εκβολών του ποταμού. Από το 160ο χλμ. του μήκους του, ο Αχελώος έπαψε πια να είναι ένα φυσικό ποτάμι, και ένα μεγάλο μέρος της κοίτης του είναι εγκιβωτισμένο. Οι εκβολές του Αχελώου στο Ιόνιο πέλαγος σχηματίζουν ένα εκτεταμένο δέλτα η μορφή του οποίου διαμορφώθηκε τα τελευταία 10.000 χρόνια από τις προσχώσεις του ποταμού, το οποίο χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πιό σημαντικούς υγροβιότοπους της Μεσογείου. Καλαμιώνες, βάλτοι με πλούσια βλάστηση, υφάλμυρες λιμνοθάλασσες, αμμοθίνες σπάνιες πλέον στο μεσογειακό περιβάλλον και υγρολίβαδα συνθέτουν ένα εκπληκτικό τοπίο εξαιρετικής βιολογικής σημασίας. Η συνέχειά του επιτυγχάνεται μέσω των γλυκών νερών και των φερτών υλών του Αχελώου, απαραίτητων στοιχείων για τη διατήρηση της αλατότητας και των αμμονησίδων που προστατεύουν τις λιμνοθάλασσες από τη διαβρωτική ορμή της θάλασσας. Στο δέλτα επίσης φιλοξενείται μια πλούσια ορνιθοπανίδα και η ιδιαιτερότητά του να μην παγώνει το χειμώνα τον καθιστά καταφύγιο για να διαχειμάζουν είδη που θα εξολοθρεύονταν στα βορειότερα ψυχρά κλίματα. Tο δέλτα του Aχελώου αποτελεί την περιοχή για το ξεχειμώνιασμα των αρπακτικών κι ανάμεσα στα άλλα κάνουν την εμφάνισή τους εδώ τα Όρνια, ο Στικταετός, ο Mαυρόγυπας, ο Xρυσαετός, ο Φιδαετός, ο Θαλασσαετός και ο Σπιζαετός.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα στην περιοχή – όπως αυτή εκφράζεται μέσα από εντατικές καλλιέργειες, αποστραγγίσεις, λαθροθηρία, αυθαίρετη δόμηση, απόθεση αποβλήτων, εγκιβωτισμό της κοίτης του ποταμού – προκαλεί ισχυρές πιέσεις στην βιωσιμότητα αυτών των υγροτόπων.

Η εξαγγελθείσα από τη δεκαετία του 1980 εκτροπή του Αχελώου φαντάζει σαν αναγγελία της οριστικής καταστροφής του. Η δραματική μείωση της ποσότητας του νερού μετά την εκτροπή σημαίνει ότι μειώνονται οι φυσικές αντιστάσεις της περιοχής στη διείσδυση του θαλασσινού νερού, με αποτέλεσμα μη αντιστρεπτές οικολογικές επιπτώσεις. Οι ήδη καλλιεργούμενες εκτάσεις με την αύξηση της αλατότητας μετατρέπονται σε ακατάλληλες σε μεγάλο βαθμό για κάθε είδους καλλιέργεια.

Στη βόρεια περιοχή του Δέλτα του Aχελώου, διασώζονται μικρά παραποτάμια δάση, υπολείμματα των απέραντων δασών που υπήρχαν παλαιότερα σ` αυτά τα μέρη. Tο 1859, όταν πέρασε από την περιοχή ο Άγγλος ορνιθολόγος W.H. Simpson, κατέγραψε ότι υπήρχαν “μεγάλα παραποτάμια δάση που θύμιζαν ζούγκλα και ο ήλιος δεν μπορούσε να τα διαπεράσει”. Tο σπουδαιότερο από τα δάση που σώζονται σήμερα είναι το δάσος του Φράξου, κοντά στο Λεσίνι, το οποίο, μετά τη μεταπολεμική αποξήρανση της λίμνης Mελίτη και την απόδοση χιλιάδων στρεμμάτων σε καλλιέργειες, απέμεινε σαν νησίδα μέσα στη «θάλασσα» του καλαμποκιού. Έχει έκταση 60 εκτάρια περίπου, και έχει ανακηρυχθεί από το 1985 σε «Mνημείο της Φύσης» και αποτελείται κυρίως από φράξους, ασημόλευκες, ασημοϊτιές, φτελιές και δάφνες.

Tα τεράστια αιωνόβια δένδρα είναι πνιγμένα μέσα στα αναρριχητικά φυτά και τα ρυάκια που τρέχουν γύρω από το δάσος είναι ιδανικοί βιότοποι για τη βίδρα κι αποτελούν καταφύγιο για σημαντικό αριθμό πουλιών καθώς επίσης για πολλά είδη αμφίβιων και ερπετών.