Οι Συνέπειες από την Απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία για το Κλίμα

0

Αν και είναι πολύ νωρίς για να προβλεφθούν οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στο παγκόσμιο κλίμα μετά την αναμενόμενη απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα, η απόφαση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ είναι απίθανο να έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, στις προσπάθειες ανάσχεσης της κλιματικής αλλαγής.

Για την ώρα, εκείνο που διαφαίνεται είναι αφενός μια συσπείρωση Ευρώπης και Κίνας προκειμένου να λειτουργήσει η συμφωνία, αλλά και μια στήριξη εντός των Ηνωμένων Πολιτειών σε κυβερνητικό και πολιτειακό επίπεδο, αλλά κυρίως από τον αμερικανικό χρηματοπιστωτικό και βιομηχανικό τομέα.

Ήδη ψύχραιμες φωνές, εντός των ΗΠΑ, προειδοποιούν ότιη επιλογή Τραμπ θα έχει οικονομικές επιπτώσεις όσο προχωρά η παγκόσμια μετάβαση στην καθαρή ενέργεια με πρωταγωνιστές την Κίνα και την Ευρώπη και με κομπάρσο την Ουάσιγκτον. Άλλωστε, το κόστος της απανθρακοποίησης, χρόνο με τον χρόνο, μειώνεται εξαιτίας των τεχνολογικών καινοτομιών στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), στη νέαγενιά συσσωρευτών για αποθήκευση ενέργειας, στα ηλεκτρικά οχήματα κλπ. Σε κάθε περίπτωση η διοίκηση Τραμπ έχει τέσσερα χρόνια για να το σκεφθεί καλύτερα _ τόσο διαρκεί η διαδικασία απόσυρσης από τη συμφωνία του Παρισιού. Παράλληλα, μένει να φανεί και η πίστη στις δεσμεύσεις για την προστασία του παγκόσμιου κλίματος των υπολοίπων χωρών.

Πάντως, οι προοπτικές επιδείνωσης του κλίματος είναι υπαρκτές. Τις τελευταίες ημέρες άλλωστε, οι περισσότερες ευρωπαϊκές (και όχι μόνο) χώρες βιώνουν και πάλι ακραία φαινόμενα. Στην Ελλάδα, μετά από έναν ασυνήθιστα δροσερό και υγρό Ιούνιο, ο υδράργυρος τις τελευταίες ημέρες άγγιξε σε ορισμένες περιοχές του 46 βαθμούς Κελσίου δοκιμάζοντας τις αντοχές των πολιτών, αλλά και του ηλεκτρικού συστήματος. Στη γειτονική Τουρκία, στις νοτιοανατολικές περιοχές, η θερμοκρασία έφτασε τους 60 βαθμούς. Την ίδια ώρα, στην Πολωνία σφοδρές καταιγίδες πλημμύρισαν ολόκληρες περιοχές, όπως είχε συμβεί τον Ιούνιο στην περιοχή του Λίγηρα στη Γαλλία.

Η συμφωνία του Παρισιού ήταν αναμφισβήτητα ένα χρήσιμο πρώτο βήμα για τη σωτηρία του παγκόσμιου κλίματος. Ωστόσο, εξαρχής υπήρξε ανησυχία για τη στάση ορισμένων χωρών όταν θα έρθουν αντιμέτωπες με το κόστος που απαιτεί η συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις τους. Η απόσυρση των ΗΠΑ θα μπορούσε να ενθαρρύνει κι άλλες χώρες προς την ίδια κατεύθυνση, αν και μέχρι στιγμής δεν έχει διαφανεί μια τέτοια διάθεση. Η απόφαση Τραμπ δείχνει, σε πρώτη φάση, να αποτελεί ένα μήνυμα προς το αμερικανικό λόμπι υποστηρικτών της συμφωνίας του Παρισιού και πολλοί αναλυτές θεωρούν απίθανο να αντιστρέψει την παγκόσμια τάση προς τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Άλλωστε ακόμη και οι αμερικανικές εταιρείες ενέργειας είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν τελικά τις ίδιες προκλήσεις, όπως και πριν την απόφαση Τραμπ, δηλαδή την ανάγκη προετοιμασίας για την απανθρακοποίηση.

Η εμπειρία με τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη υποδηλώνει σύμφωνα με εκτιμήσειςτου Ινστιτούτου Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδηςότι υπάρχουν οικονομικοί κίνδυνοι που σχετίζονται με το κλίμα για τις αμερικανικές εταιρείες που κατέχουν ή σχεδιάζουν επενδύσεις βασισμένες στη χρήση ορυκτών καυσίμων, ιδίως σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα. « Το φυσικό αέριο αναμένεται ότι θα αντικαταστήσει προοδευτικά τον άνθρακα στο μίγμα παραγωγής των ΗΠΑ και οι ΑΠΕ θα αποκτήσουν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς σε βάρος του φυσικού αερίου και του άνθρακα. Επιπλέον, λόγω του πολύ χαμηλού μεταβλητού κόστους των ΑΠΕ, η διείσδυση αιολικής και ηλιακής ενέργειας θα μειώσει τις χονδρικές τιμές και τα περιθώρια για τους συμβατικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής, ιδίως άνθρακα και πυρηνικής ενέργειας», σημειώνουν οι βρετανοί ειδικοί.

Οι διευρυμένοι ενεργειακοί πόροι και η αποθήκευση ενέργειας αναμένεται να μειώσουν, έτι περαιτέρω, τα μερίδια αγοράς και την αποδοτικότητα των συμβατικών πόρων παραγωγής. Αυτές οι αλλαγές εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν νέο σχεδιασμό της αγοράς ενέργειας και νέους κανονισμούς για ένα οικονομικά βιώσιμο σύστημα χωρίς άνθρακα.

«Η απόσυρση από την Συμφωνία του Παρισιού θα καταντήσει τις ΗΠΑ από παγκόσμιο κλιματικό ηγέτη σε κομπάρσο των διεθνών εξελίξεων. Πρόκειται για μία ηθικά χρεωκοπημένη απόφαση που ο Τραμπ στο μέλλον θα μετανιώσει πικρά», ανέφερε σχετικά η γενική διευθύντρια της διεθνούς Greenpeace κυρία Jennifer Morgan. Και τόνισε: «Ο Τραμπ παραδίδει την αμερικανική κυριαρχία στους πραγματικούς παγκόσμιους ηγέτες, που εκμεταλλεύονται το διεθνές μομέντουμ προκειμένου να προστατέψουν το κλίμα και τις χώρες τους μέσω της μεταστροφής τους σε οικονομίες που τροφοδοτούνται με καθαρή και ανεξάντλητη ενέργεια. Γινόμαστε μάρτυρες μίας κατακλυσμιαίας αλλαγής στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων, καθώς η Ευρώπη, η Κίνα και άλλες χώρες αναλαμβάνουν τα ηνία της νέας εποχής. Από τις περίπου 200 χώρες που συμφώνησαν στην ανάγκη λήψης κλιματικής δράσης, μόλις μία αποφάσισε να αποχωρήσει. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο εκτός τόπου και χρόνου είναι ο Τραμπ. Πρόκειται για μία κοσμοϊστορική αλλαγή φρουράς σε παγκόσμιο επίπεδο: καθώς η Αμερική επισήμως επιλέγει το παρελθόν, πολιτικοί ηγέτες, επιχειρηματίες και άνθρωποι από όλο τον κόσμο προχωρούν προς το μέλλον » .

Πράγματι, ενώ η διεθνής κοινότητα είναι απογοητευμένη από την απόσυρση των Αμερικανών από τη συμφωνία για το κλίμα, υπάρχουν πολλοί που προτιμούν τις ΗΠΑ εκτός της συμφωνίας καθώς διαφορετικά θα υπήρχε ο κίνδυνος να επιβραδύνουν τη διαδικασία απανθρακοποίησης, εκ των έσω.

Τα μέχρι στιγμής στοιχεία υποδηλώνουν τη συνεχιζόμενη προσήλωση στη συμφωνία του Παρισιού από τις υπόλοιπες χώρες. Οι ηγέτες της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας εξέδωσαν κοινή δήλωση, με την οποία στηρίζουν τη συμφωνία. Τη συμφωνία του Παρισιού έχουν υπερασπιστεί και οι ηγέτες από τον Καναδά, την Αυστραλία, την Ινδία και άλλες χώρες. Παρόμοια ανακοίνωση εξέδωσε και η UNFCCC ( United Nations Framework Convention on ClimateChange – Σύμβαση πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνώνγια τις κλιματικές μεταβολές).Οι περισσότερες κυβερνήσεις διαβλέπουν ότι η διείσδυση των ΑΠΕ και η μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή , εκπληρώνουν πολλαπλούς στόχους, όπως της δημιουργίας θέσεων εργασίας, της πρόσβασης περισσότερων πολιτών στην ενέργεια, της μείωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, της βελτίωσης της υγείας και της δημιουργίας νέων και βιώσιμων βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων με δυναμική παρουσία στην παγκόσμια αγορά.

Κίνα και ΕΕ στην πρώτη γραμμή

Η Κίνα και η ΕΕ είναι δύο από τους υποψηφίους που πιθανώς θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο. Η ΕΕ βρισκόταν άλλωστε πάντα στην πρώτη γραμμή της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής εδώ και πολλά χρόνια _ είχε πάρει το προβάδισμα όταν ο Τζορτζ Μπους απέσυρε τις ΗΠΑ από το πρωτόκολλο του Κιότο το 2001. Οι δύο δυνάμεις αναμενόταν να κάνουν την 1ηΙουνίου κοινή δήλωση για την αλλαγή του κλίματος και την καθαρή ενέργεια, ωστόσο τελικά δεν εκδόθηκε το σχετικό κείμενο, πιθανώς λόγω διαφωνιών σχετικά με την εμπορική πολιτικήόσον αφορά την παγκόσμια παραγωγή χάλυβα.

Ο υπεύθυνος εκστρατείας για το κλίμα και την ενέργεια του ευρωπαϊκού γραφείου της Greenpeace, κ. AnsgarKiene, είχε μιλήσει την ημέρα εκείνη για την ευκαιρία μιας τεχνολογικής επανάστασης σε Ευρώπη και Κίνα, καθώς οι οικονομίες τους απομακρύνονται από τα ορυκτά καύσιμα και στρέφονται στον ήλιο και τον άνεμο για την τροφοδότησή τους με καθαρή και ανεξάντλητη ενέργεια. «Με περισσότερο από 1,1 εκατ. εργαζομένους στον τομέα των ΑΠΕ στην Ευρώπη και περισσότερο από 3,5 εκατ. στην Κίνα αντίστοιχα, αμφότερα τα δύο μπλοκ μοιάζουν σήμερα να βρίσκονται έτη φωτός μπροστά από τις ΗΠΑ. Σε αυτήν την κούρσα για την γρήγορη ενεργειακή μετάβαση, ωστόσο, το κλειδί της επιτυχίας θα είναι η εκμετάλλευση της δυνατότητας νοικοκυριών και επιχειρήσεων να μπορούν να παράγουν και να καταναλώνουν τη δική τους καθαρή ενέργεια», ανέφερε ο ίδιος.

Σε κάθε περίπτωση, η πρόκληση για χώρες όπως η Κίνα ή η Ινδία, οι οποίες πλήττονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή είναι η μείωση των εκπομπών να γίνει με τρόπο που δεν θα εμποδίζει την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία τους. Μια πρόκληση που θα κληθούν τα επόμενα χρόνια να απαντήσουν οι κυβερνήσεις θα αφορά τον αντίκτυπο της πολιτικής για την αναστροφή των αλλαγών του παγκόσμιου κλίματος στη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και το διεθνές εμπόριο. Εάν οι δαπάνες για την ενέργεια είναι σημαντικά χαμηλότερες στις ΗΠΑ από ό, τι σε χώρες που καταπολεμούν ενεργά την αλλαγή του κλίματος, μπορεί κανείς να φανταστεί τον πειρασμό να προβούν σε εμπορικούς περιορισμούς όσον αφορά στις εισαγωγές από τις ΗΠΑ. Ωστόσο, δεν θα υπάρχει ζήτημα στην περίπτωση που η ενέργεια χαμηλών εκπομπών άνθρακα γίνει ανταγωνιστική σε σχέση με εκείνη που προκύπτει από τα ορυκτά καύσιμα.