Υπερ-Ταμείο προς ΣΤΑΣΥ: Επαναδιαπραγμάτευση με προμηθευτες του κόστους ρεύματος σε τραμ, ηλεκτρικό, μετρό

0

Σε επαναδιαπραγμάτευση με τους προμηθευτές ρεύματος του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι η δεύτερη μεγαλύτερη δαπάνη στα λειτουργικά της έξοδα, καλείται να προχωρήσει η ΣΤΑΣΥ, η εταιρεία που διαχειρίζεται το τράμ, τον ηλεκτρικό, και το μετρό.

Στη συνταγή του υπερ-Ταμείου για τη διασφάλιση βιωσιμότητας του ΟΑΣΑ και των θυγατρικών του (ΟΣΥ, ΣΤΑΣΥ), ένα από τα μέτρα που καλείται να πάρει η διοίκηση, αφορά και τη μείωση της δαπάνης για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας.

Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι στη περίπτωση της ΣΤΑΣΥ, η μισθοδοσία καλύπτει το 60,8% των λειτουργικών δαπανών (78,5 εκατ), με δεύτερο μεγαλύτερο κόστος τις δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα που αφορά το 15,9% (20,5 εκατ. ευρώ), με βάση τα στοιχεία για το 2016.

Ετσι, στις 48 σελίδες του Στρατηγικού Σχεδίου για τον ΟΑΣΑ, το οποίο συνέταξε πρόσφατα το υπερ-Ταμείο και παρέδωσε στον οργανισμό, ένα από τα μέτρα τα οποία εισηγείται προς τη διοίκηση υπό τον Ι.Σκουμπούρη, είναι και να επαναδιαπραγματευτεί το κόστος παροχής ηλεκτρισμού με προμηθευτες ρεύματος. Δεν διευκρινίζεται αν το Ταμείο εννοεί ότι αυτό πρέπει να γίνει με τη ΔΕΗ ή με ιδιώτες, ωστόσο είναι σαφές πως η πρόταση έχει ως σκοπό τη μείωση της τελικής δαπάνης.

Σημειωτέον ότι το ενεργειακό κόστος αποτελεί μια από τις βασικότερες δαπάνες για τις περισσότερες ΔΕΚΟ που ελέγχει το Ταμείο, γι’ αυτό και παρόμοιες συστάσεις απευθύνει σε όλες τις κρατικές επιχειρήσεις τις οποίες ελέγχει, στο πλαίσιο συγκράτησης του λειτουργικού τους κόστους.

Σε άλλες πάλι περιπτώσεις έχει απευθύνει συστάσεις για τους κινδύνους που συνεπάγεται η έκθεσή τους στην αγορά ενέργειας, ως παρόχους, όπως συνέβη στην περίπτωση των ΕΛΤΑ.

Στο Στρατηγικό Σχέδιο για τα ΕΛΤΑ, το υπερ-Ταμείο, έχει χαρακτηρίσει την αγορά ως υψηλού ρίσκου, που ναι μεν προσφέρει ευκαιρίες, αλλά συνεπάγεται και κινδύνους.

Ειδικότερα στο σκέλος που αφορούσε τις προτάσεις του Ταμείου προς τη διοίκηση της εταιρείας υπό τον Ιωάννη Ζαρολιάγκη, προκειμένου αυτή να περάσει σε φάση αναδιάταξης, υπάρχει ειδική αναφορά για τη δραστηριοποίηση των ταχυδρομείων στην αγορά ηλεκτρισμού.

Συγκεκριμένα το Ταμείο έχει συστήσει στη διοίκηση αφενός να παρακολουθεί στενά τις ενεργειακές εξελίξεις, αφετέρου όμως τις επισημαίνει ότι πρόκειται για αγορά υψηλού ρίσκου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στη βάση δηλαδή ότι ναι μεν πρόκειται για μια αγορά η οποία προσφέρει ευκαιρίες λόγω της απελευθέρωσης, των σχετικά χαμηλών ακόμη τιμών στη χονδρεμπορική, και των δημοπρασιών ενέργειας τύπου ΝΟΜΕ, αλλά από την άλλη, ενέχει και κινδύνους λόγω διακύμανσης των τιμών και δυσκολιών στην εισπραξιμότητα.

Το μήνυμα είναι προφανές. Σε μια στιγμή που τα ΕΛΤΑ βρίσκονται μεταξύ σφύρας και άκμονος, και χρειάζονται γενναίες παρεμβάσεις για να διασωθούν, η διατύπωση του Ταμείου ότι η αγορά ενέργειας συνεπάγεται ευκαιρίες αλλά είναι “υψηλού ρίσκου” δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η επιχείρηση δεν έχει την πολυτέλεια για απρόσεκτες κινήσεις, πολλω δε μάλλον όταν το σχέδιο που συνέταξε το Ταμείο κάνει λόγο για υψηλά σταθερά κόστη, χαμηλούς δείκτες ρευστότητας, πάγια που έχουν ξεπεράσει τον κύκλο ζωής τους, και αδυναμία χρηματοδότησης νέων επενδύσεων.